ανάπαυλα

[анапавла] ουσ. Θ. отдых, передышка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανάπαυλα" в других словарях:

  • ἀνάπαυλα — repose fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάπαυλα — η (Α ἀνάπαυλα) [ἀναπαύω] προσωρινή διακοπή εργασίας για ανάπαυση, ξεκούραση μσν. καταφυγή, παρηγοριά αρχ. 1. ανακούφιση από κάτι, απαλλαγή 2. τόπος για ανάπαυση, αναπαυτήριο, πανδοχείο …   Dictionary of Greek

  • ανάπαυλα — η μικρό σταμάτημα της δουλειάς, διάλειμμα, ξεκούρασμα: Μήνες τώρα δούλευε χωρίς ανάπαυλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναπαύλας — ἀναπαύλᾱς , ἀνάπαυλα repose fem acc pl ἀναπαύλᾱς , ἀνάπαυλα repose fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀνάπαυλα — ἀνάπαυλα , ἀνάπαυλα repose fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπαύλαις — ἀνάπαυλα repose fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπαύλης — ἀνάπαυλα repose fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπαύλῃ — ἀνάπαυλα repose fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάπαυλαι — ἀνάπαυλα repose fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάπαυλαν — ἀνάπαυλα repose fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.